Το Μουντιάλ ξεκίνησε και το www.patragoal.gr παρουσιάζει το κλειστό κλαμπ των ποδοσφαιριστών και προπονητών που φόρεσαν τη φανέλα της Παναχαϊκής ή πέρασαν από τον πάγκο της, έχοντας παράλληλα αγωνιστεί στη μεγάλη γιορτή του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.
Το μυαλό όλων πάει αμέσως σε δύο ποδοσφαιριστές. Ο λόγος για τους Κώστα Κατσουράνη και Ανδρέα Σάμαρη, οι οποίοι έχουν φορέσει τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας αλλά και της Παναχαϊκής.

Κώστας Κατσουράνης
Ο Κατσουράνης ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές στον θρίαμβο της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2004, συμμετέχοντας και στους έξι αγώνες που έδωσε η ελληνική ομάδα. Εν συνεχεία, πήρε μέρος στους προκριματικούς του Μουντιάλ 2006, κατά τους οποίους σημείωσε το πρώτο του τέρμα, στον αγώνα εναντίον του Καζακστάν.
Έχει λάβει επίσης μέρος στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών του 2005, στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2008, στο Μουντιάλ του 2010 και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2012, αγωνιζόμενος ως βασικός σε όλους τους αγώνες των τελικών φάσεων. Υπήρξε μέλος της αποστολής που συμμετείχε στο Μουντιάλ του 2014 στη Βραζιλία, αγωνιζόμενος τρεις φορές.
Έγινε ο τέταρτος ποδοσφαιριστής που έφτασε τις 100 συμμετοχές με τη «γαλανόλευκη», μετά τους Γιώργο Καραγκούνη, Θοδωρή Ζαγοράκη και Άγγελο Μπασινά, ενώ ολοκλήρωσε την καριέρα του στην τρίτη θέση του σχετικού πίνακα με 116 συμμετοχές.

Ανδρέας Σάμαρης
Ο Ανδρέας Σάμαρης, ως παίκτης της Παναχαϊκής, είχε κληθεί αρχικά στις «μικρές» Εθνικές. Τον Οκτώβριο του 2013 κλήθηκε από τον Φερνάντο Σάντος στην εθνική Ανδρών και στις 15 του ίδιου μήνα πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στον εντός έδρας αγώνα εναντίον του Λίχτενσταϊν (2-0) για τα προκριματικά του Μουντιάλ 2014.
Υπήρξε μέλος της αποστολής που συμμετείχε στο Μουντιάλ του 2014 στη Βραζιλία, αγωνιζόμενος δύο φορές. Στον τελευταίο αγώνα της φάσης των ομίλων, στη νίκη εναντίον της Ακτής Ελεφαντοστού (2-1), σημείωσε το πρώτο τέρμα της Ελλάδας, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για την ιστορική πρόκριση στην επόμενη φάση.
Η Αφρικανική παροικία
Υπάρχει όμως και συνέχεια, με δύο σπουδαίους ποδοσφαιριστές από την αφρικανική ήπειρο που άφησαν το στίγμα τους στην Πάτρα.

Ραϊμόν Καλά
Το καλοκαίρι του 1995, ο Άρης Λουκόπουλος έφερε στην Ελλάδα έναν εν ενεργεία Μουντιαλικό, τον Ραϊμόν Καλά. Ο Καμερουνέζος αμυντικός «έβγαλε μάτια» με το καλημέρα και κατάφερε να προσελκύσει αμέσως το ενδιαφέρον των μεγάλων ομάδων. Το πρέσινγκ των Πειραιωτών δεν ευοδώθηκε, καθώς ο πρόεδρος της Παναχαϊκής αξίωνε μια περιουσία, κι έτσι ο Καλά παρέμεινε στην Πάτρα. Ο Καμερουνέζος ήταν «σαν τη μύγα μες στο γάλα», έκανε τη διαφορά για τους «κοκκινόμαυρους» και ήταν φανερό πως το μέλλον του βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο.
Μπορεί ο Ραϊμόν Καλά να μην έκανε τη μεταγραφή σε κάποιον ελληνικό «αιώνιο», ωστόσο στην καριέρα του έχει να θυμάται τρία Μουντιάλ και έναν τελικό Κόπα Άφρικα! Πήρε μέρος στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1994 στην Αμερική, το 1998 στη Γαλλία και το 2002 στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Στη Γαλλία μάλιστα είχε συμπαίκτη τον Επαλέ, αλλά και μια… τραυματική εμπειρία, καθώς αποβλήθηκε για ένα σκληρό χτύπημα στον Ντι Μπιάτζιο. Το 2000 ηττήθηκε στον τελικό του Κόπα Άφρικα από τη Νιγηρία και ανακοίνωσε πως αποχωρεί από την Εθνική, κάτι πάντως που άλλαξε λίγο καιρό αργότερα. Το οριστικό τέλος με το εθνόσημο ήρθε στο Κόπα Άφρικα του 2006, όπου ένας σοβαρός τραυματισμός δεν τον άφησε να συνεχίσει στο υψηλό επίπεδο.

Ζοέλ Επαλέ
Γεννημένος στις 20 Φεβρουαρίου του 1978 στο Καμερούν, ο ύψους 1.75 μ. μεσοεπιθετικός ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην ερασιτεχνική Σπορτίβ Ντουαλά (Union Douala). Στην Ελλάδα ήρθε το 1998 για λογαριασμό του Εθνικού Πειραιώς, όπου σε μια διετία είχε 53 εμφανίσεις και 3 γκολ.
Στη συνέχεια μεταγράφηκε στην Παναχαϊκή, με τη φανέλα της οποίας αγωνίστηκε τη σεζόν 2000-2001, έχοντας γεμάτη παρουσία με 44 συμμετοχές και 3 γκολ. Μετά την Πάτρα, αγωνίστηκε διαδοχικά σε Άρη, Παναθηναϊκό και Ηρακλή.
Σε διεθνές επίπεδο, ο Επαλέ συμμετείχε με την εθνική ομάδα του Καμερούν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2000 στο Σίδνεϋ, όπου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, καθώς και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 στα γήπεδα της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας. Ο Ζοέλ Επαλέ αγαπήθηκε από τους Έλληνες φιλάθλους όσο λίγοι ξένοι. Αυτό συνέβη όχι μόνο επειδή ήταν μια τρομερά αξιόλογη μονάδα, αλλά και για τον σπάνιο συνδυασμό μαχητικότητας και σεβασμού προς συμπαίκτες και αντιπάλους, που τον καταξίωσε στις καρδιές όλων των ποδοσφαιρόφιλων της χώρας.
Οι Μουντιαλικοί των πάγκων
Η Παναχαϊκή είχε την τύχη να έχει στο τιμόνι της σπουδαίες προσωπικότητες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου που συνδέθηκαν άμεσα με το Μουντιάλ.

Μπέλα Πάλφι
Ο Μπέλα Πάλφι ήταν Σέρβος, ουγγρικής καταγωγής, πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής (αριστερός μέσος) και μέλος της Εθνικής ομάδας της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας που πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950. Στην Παναχαϊκή δούλεψε ως προπονητής την περίοδο 1975-76.

Γουίλφ ΜακΓκίνες
Ο Γουίλφ ΜακΓκίνες ήταν τεχνικός της Παναχαϊκής την περίοδο 1974-75, αφήνοντας έντονο το στίγμα του. Ως ποδοσφαιριστής, ο ΜακΓκίνες έπαιξε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από το 1954 έως το 1959. Ήταν μέλος της θρυλικής ομάδας («μπέμπηδες») που ξεκληρίστηκε στην αεροπορική τραγωδία του Μονάχου το 1958, όμως ο ίδιος δεν βρισκόταν στο μοιραίο αεροπλάνο καθώς ήταν τραυματίας και είχε μείνει εκτός αποστολής.
Ως παίκτης αγωνίστηκε στις μικρές εθνικές της Αγγλίας, έχοντας και δύο συμμετοχές στην Ανδρών. Η μεγάλη του μουντιαλική στιγμή, ωστόσο, γράφτηκε το 1966, όταν βρέθηκε στο πλευρό του Άλφ Ράμσεϊ ως βοηθός προπονητή, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου με τα «λιοντάρια». (Ιστορική λεπτομέρεια: Ο γιος του, Πολ ΜακΓκίνες, εργάστηκε για χρόνια ως τεχνικός στις υποδομές της Γιουνάιτεντ).

Άγγελος Ποστέκογλου
Ο ελληνικής καταγωγής τεχνικός μετανάστευσε στην Αυστραλία σε ηλικία μόλις 5 ετών. Ως ποδοσφαιριστής φόρεσε τη φανέλα της Σάουθ Μέλμπουρν κατακτώντας δύο πρωταθλήματα, όσα ακριβώς πήρε και ως τεχνικός της ίδιας ομάδας, μαζί με το Πρωτάθλημα Ωκεανίας. Την περίοδο 2000-2007 ήταν ο ομοσπονδιακός κόουτς της εθνικής Ελπίδων των «καγκουρό».
Τον Μάρτιο του 2008 ήρθε στην Ελλάδα και ανέλαβε προπονητής στην Παναχαϊκή, θέση από την οποία παραιτήθηκε λίγους μήνες αργότερα. Από το 2009 ανέλαβε την Μπρίσμπεϊν Ρόαρ, ενώ τον Οκτώβριο του 2013 κάθισε στον πάγκο της εθνικής Ανδρών της Αυστραλίας. Το 2014 οδήγησε τα «καγκουρό» στα τελικά του Μουντιάλ της Βραζιλίας, ενώ το 2015 αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής στην Ασία κατακτώντας το Πανασιατικό Πρωτάθλημα. Παραιτήθηκε από την τεχνική ηγεσία της Αυστραλίας μια εβδομάδα μετά την εξασφάλιση της πρόκρισης των Socceroos στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας, έχοντας δεχτεί έντονη κριτική επειδή η ομάδα δεν προκρίθηκε απευθείας, αλλά χρειάστηκε να ξεπεράσει στα play-off τα εμπόδια της Συρίας και της Ονδούρας.
Λιούμπισα Σπάιτς
Ο Γιουγκοσλάβος τεχνικός ήταν εκείνος που οδήγησε την Παναχαϊκή το 1973 στην έξοδο στο Κύπελλο UEFA. Ήταν η πρώτη επαρχιακή ομάδα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου που το κατάφερε. Ο Σπάιτς βασίστηκε στην εκπληκτική «κοκκινόμαυρη» πεντάδα εκείνης της χρυσής εποχής (Δαβουρλής, Ρήγας, Στραβοπόδης, Μιχαλόπουλος, Λεβεντάκος).
Ως ποδοσφαιριστής, ο Λιούμπομιρ Σπάγιτς υπήρξε μέλος της Εθνικής ομάδας της Γιουγκοσλαβίας που συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, έχοντας συνολικά 15 συμμετοχές με το εθνόσημο. Το 1976 επέστρεψε για μια δεύτερη θητεία στον πάγκο της Παναχαϊκής, η οποία έμελλε να αποτελέσει και τον τελευταίο σταθμό της προπονητικής του καριέρας.

Φράντισεκ Φάντρονκ (Ο άτυχος πρωτομάστορας)
Ο Φράντισεκ Φάντρονκ (18 Δεκεμβρίου 1914 – 9 Οκτωβρίου 1981) ήταν Τσέχος (μετέπειτα πολιτογραφημένος Ολλανδός) προπονητής ποδοσφαίρου, γεννημένος στο Νίμπουρκ της τότε Αυστροουγγαρίας (σημερινής Τσεχίας). Τα πρώτα χρόνια της καριέρας του εργάστηκε στην Ολλανδία, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα με τη Βίλεμ ΙΙ (1952, 1955).
Το 1970 ανέλαβε την εθνική ομάδα της Ολλανδίας, δημιουργώντας από το μηδέν τη σπουδαία ομάδα του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» που έφτασε μέχρι τον τελικό του Μουντιάλ το 1974. Ωστόσο, στην τελική φάση της διοργάνωσης η ομοσπονδία τοποθέτησε ως υπερ-προπονητή τον Ρίνους Μίχελς. Ήταν μια τεράστια πικρία για τον Φάντρονκ να μην καθοδηγήσει ο ίδιος την ομάδα σε αυτή τη γιορτή, παρότι ήταν ο απόλυτος πρωτομάστορας της επιτυχίας. Στην Παναχαϊκή εργάστηκε ως προπονητής την περίοδο 1977-1979.







