Το “πρώτο βήμα” έγινε με την τροποποίηση του άρθρου 35 του ΚΑΠ από την Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΠΟ, το περασμένο καλοκαίρι.
Ως “δεύτερο βήμα”, αλλά και ως “δεδικασμένο”, που αποτελεί “οδοδείκτη”, αφού “επισφραγίζει” το δικαίωμα προσφυγής σωματείων κατά ΕΠΣ στα πολιτικά δικαστήρια για αποφάσεις είτε της Γενικής Συνέλευσης, είτε του Διοικητικού Συμβουλίου, μπορεί θεωρηθεί η κατά πλειοψηφία απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της ΕΠΟ στην προσφυγή του σωματείου Αθλητική Ένωση Σελλάδων κατά της ΕΠΣ Άρτας.
Σύμφωνα με την απόφαση, η ΕΠΣ Άρτας δεν είχε αρμοδιότητα να επιβάλει κυρώσεις στο σωματείο, στηριζόμενη στο άρθρο 35 του ΚΑΠ, επειδή προσέφυγε στα πολιτικά δικαστήρια κατά αποφάσεων της ΓΣ της ΕΠΣ.
Oι προσφυγές της ΑΕ Σελλάδων στα πολιτικά δικαστήρια κρίθηκαν νόμιμες, καθώς αφορούσαν ζητήματα λειτουργίας και νομιμότητας της Ένωσης και όχι αγωνιστικές υποθέσεις.
Η επίκληση (από την πλευρά της ΕΠΣ Άρτας) περί «απαγόρευσης προσφυγής» —όπως σημειώνεται στην απόφαση — δεν ισχύει σε περιπτώσεις ακυρότητας αποφάσεων Γενικών Συνελεύσεων ή Διοικητικών Συμβουλίων.
Με βάση τα παραπάνω, οι αποφάσεις της ΕΠΣ Άρτας κρίθηκαν άκυρες, καταχρηστικές και εκτός δικαιοδοσίας.
Η απόφαση βασίζεται και σε έγγραφο της ΕΠΟ, στο οποίο , σχετικά με το άρθρο 35 παρ. 1 του ΚΑΠ, για το οποίο ζητήθηκε (από το Δικαστήριο) να γίνουν σχετικές διευκρινίσεις. Στο έγγραφο της ΕΠΟ αναφέρεται ότι για όσες διαφορές σχετίζονται με ακυρότητες αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των Ενώσεων-Μελών της ΕΠΟ ή των Σωματείων Μελών των Ενώσεων, δεν μπορεί να απαγορευτεί και συνεπώς δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο εν λόγωάρθρο η απαγόρευση προσφυγής στα πολιτικά Δικαστήρια για τις διαφορές του άρθρου 69 ή 101 ΑΚ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι σύμφωνα με το Διαιτητικό Δικαστήριο “η διάταξη αυτή (του ΚΑΠ) εφαρμόζεται επίσης και στις αποφάσεις της συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου των αθλητικών σωματείων, που διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2725/1999, οπότε και στην περίπτωση αυτή τέτοια απόφαση που αντιβαίνει στον νόμο ή το καταστατικό είναι αυτοδικαίως άκυρη, αλλά η αυτοδίκαιη αυτή ακυρότητα για γενικότερους λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών απαιτείται να κηρυχθεί από το δικαστήριο με δικαστική απόφαση ύστερα από αγωγή, και όχι κατ’ ένσταση, μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι μηνών από την προσβαλλόμενη απόφαση. (…)”
Στον αντίποδα σύμφωνα με την άποψη, όμως, του μέλους του Δικαστηρίου, Στέφανου Ευθυμιάδη, η προσφυγή του σωματείου κατά της ΕΠΣ Άρτας έπρεπε να απορριφθεί και τούτο διότι, “σύμφωνα με το άρθρο 12 του Καταστατικού της ΕΠΣ Άρτας παρ. α): «κάθε μέλος της Ε.Π.Σ. Άρτας έχει την υποχρέωση να είναι πιστό σε αυτήν, νοείται δε ιδιαίτερα ότι το μέλος θα απέχει από οποιεσδήποτε δραστηριότητες που αντίκεινται στα συμφέροντά της», συνεπώς η επιβολή ποινών σε βάρος του αιτούντος σωματείου απορρέει από την παραβίαση του καθήκοντος πίστης, με βάση όσα εκτίθενται από την καθ’ ου Ε.Π.Σ., καθήκον το οποίο η τελευταία θεωρεί ότι παραβιάζεται από τη συνεχή προσφυγή στα Πολιτικά Δικαστήρια και άλλες αρχές (Γ.Γ.Α) και όχι από την προσφυγή στα Πολιτικά Δικαστήρια καθεαυτή. (…)”
Πηγή: monobala.gr







